Κοσμάς Κοψάρης: Από τη «Μούσα της Νύχτας» στη «Μούσα του Μεταμεσονυχτίου»

Η ποιητική πρωτόλεια του Σταύρου Πρέντζα αντιπροσωπεύει μια δυναμική, η οποία συνδέει την ποιητική παράδοση του 21ου αιώνα, στην μεταμοντέρνα πλέον εκδοχή της, με τον απωθημένο λυρισμό της ποιητικής Γενιάς του ’20. Κατά την πρώτη μεσοπολεμική δεκαετία, πριν ακόμη τον Καρυωτάκη, είχε εμφανιστεί ο καρυωτακισμός, ως διάθεση ματαίωσης των προσδοκιών, συνένωσης με την αιώνια νύχτα, το σκοτεινό άπειρο. Σε στίχους του Λαπαθιώτη, του Άγρα, του Φιλύρα η ζωή είναι ένα όνειρο που ήρθε για να μην το γευτείς ποτέ. Ο Καρυωτάκης με την εξαίσια συλλογή του: Ελεγεία και Σάτιρες, ανατρέπει όλο αυτό το ποιητικό κατεστημένο και καθιστά τον εφιάλτη όχι ουτοπία αλλά πραγματικότητα. 

Το όνειρο δεν είναι κάτι χιμαιρικό, αλλά βρίσκεται δίπλα σου και σε προσπερνά, η αγάπη που δεν τελεσφόρησε μετατρέπεται σε γυναίκα που σε οδηγεί στο θάνατο, η διάθεση ανίας τρέπεται σε ανυπόφορη κατάσταση κοινωνικού εξαναγκασμού στο πρόσωπο του Προϊστάμενου που απαιτεί δουλική υποταγή για να διασφαλίσει κανείς μια πετυχημένη επαγγελματική πορεία. Ο Καρυωτάκης για αυτό το λόγο εμπνέεται από μια πένθιμη μούσα, τη μούσα του ωμού κοινωνικού ρεαλισμού. Η Γώγου παραλαμβάνει αυτή τη μούσα και την κάνει μούσα της νύχτας, της οργής και του περιθωρίου, στους δρόμους των Εξαρχείων, των γηπέδων και συναυλιών. 

Ο Πρέντζας ωριμάζει τη μούσα, την οδηγεί στο λυκόφως της ύπαρξης, στο μεταμεσονύχτιο, τη στιγμή που κυριαρχεί η νύχτα, αλλά η παντοδυναμία της δεν θα κρατήσει για πολύ. Μετά από λίγες ώρες θα χαράξει. Τον ποιητή τον βρίσκει το σκοτάδι, αλλά αυτό δεν είναι σκοτάδι θανάτου, τον φωτίζει η σελήνη ως σύμβολο της αλήθειας και της γνώσης. Ελπιδοφόρο το ποίημα του Πρέντζα που δεν προοιωνίζεται μια οιμωγή θανάτου, αλλά επαναφέρει όλο το λογοτεχνικό εργαστήριο μιας ομάδας ποιητών που σμίλεψαν τη νύχτα και το άπειρο ως οδηγούς για μια γοητευτική γραφή: 

Η μούσα του μεταμεσονυχτίου

Τα παραθυρόφυλλα χτυπούν, 

ο αέρας λυσσομανά, ο ουρανός ανάστατος.

Περασμένα μεσάνυχτα.

Άλλη μια κρύα νύχτα μόνος, ποιητή,

στο μικρό δωμάτιο πάνω 

από τα χαρτιά σου, προσπαθώντας 

να αρθρώσεις μια λέξη. 

Τίποτα.

Έχεις τόσα να πεις, τόσα 

να γράψεις, τόσα να σώσεις 

από την ανυπαρξία του αύριο, του απείρου.

Κοιτάς το κερί που αργοσβήνει, 

παρατηρείς ένα ξεχασμένο μπουκάλι, 

μετράς τις γόπες στο πάτωμα. 

Ψάχνεις την δική σου μούσα.

Μα πάλι• τίποτα.

Και όμως, έχεις τόσα να πεις,

τόσα να αποτυπώσεις στο χαρτί, 

μα το χέρι μοιάζει βουβό.

Είσαι τόσο απορροφημένος

στις κενές σκέψεις σου που δεν θα την δεις.

Δεν θα δεις την Φεγγαροντυμένη

να προβάλλει ωσάν ίσκιος μέσα 

στο λιγοστό φως του κεριού.

Σε ατενίζω, αιθέρια κόρη, να βγάζεις 

με χάρη το φεγγαρένιο πέπλο σου 

και να τυλίγεις μ’αυτό τον νέο. 

Κι όμως, αυτός δεν σε βλέπει,

μονάχα ξεκινά να γράφει.

Δεν βλέπει τα καστανά σου μάτια

να λάμπουν και να παιχνιδίζουν.

Δεν νιώθει το άγγιγμα σου καθώς

το απαλό χέρι σου κατευθύνει την πένα του.

Δεν ακούει την σιγανή φωνή σου να

του ψιθυρίζει δειλά στο αυτί και 

να του αποπλανεί γλυκά τον νου. 

Μόνο όταν φύγεις θα μυρίσει 

κάτι λίγο από το άρωμά σου, 

σαν μια μακρινή ευχάριστη ανάμνηση

όταν πλέον το ποίημα έχει γραφτεί.

Ύστερα, όμως, θα γευτεί ξανά

τη μοναξιά, το σκοτάδι.

Τίποτα πια να πει, τίποτα πια να γράψει.

Ας δούμε λίγο και τη Μούσα της νύχτας της Γώγου: 

Μούσα της Νύχτας

Μούσα της Στέρησης

της κυτταρικής μου μνήμης της Οργής

δαφνοστεφανωμένο

πολυαγαπητό

παιδί δικό σου είμαι κι εγώ

και στις αστραφτερές σου ασφάλτους

με ταραγμένη ενόραση απ’ το αλκοόλ

την ψυχή μου αναβοσβήνω και καταπονώ

για την Τιμή σου.

Μούσα των λεηλατημένων γηπέδων και συναυλιών

των άσπρων ίσκιων των πρεζονιών

Μούσα των γκέτο της Σιωπής

των άγραφων δίκαιων νόμων

το Λόγο μου, Μούσα

κάνε γάργαρο νεράκι καθαρό

ύμνο μετάλλου θέλω να ψάλω

τα πάθη να ιστορήσω

γι’ αυτούς

που από σμίξη ανίερη

σε γη απανθρακωμένη

ήρθαν.

Μούσα της Νύχτας

το Λόγο μου ανάβλυσε από πηγή φωτός

γιατί Ύμνο ανδρείας θέλω να ψάλω

γι’ Αυτούς

που χωρίς σταλαγματιά νερό

σαν πέτρες μεγαλώσανε

και ψάχνοντας αντίστροφα 

να βρουν νερό και φως

πέτρινες ρίζες άπλωσαν

και άλωσαν

υπόγεια

κι αντίστροφα την πόλη

 

Η μνήμη εδώ για το ποιητικό υποκείμενο συνδέεται με την οργή. Σε μια πρώτη ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος, επιχειρεί κανείς να προσδιορίσει το μέχρι τότε σταθερό χαρακτηριστικό της ποίησης της Γώγου, δηλαδή τον οργισμένο τόνο που μαζί με τη σκληρή γλώσσα, στα όρια ενίοτε της χυδαιότητας, αναμετράται κατά μέτωπό με την πραγματικότητα. Σε μια δεύτερη ανάγνωση, ωστόσο, αντιλαμβάνεται κάτι το διαφορετικό. Η ποιήτρια δεν μεταφέρει εδώ μία πιστή εικόνα της κοινωνίας όπως έκανε στο παρελθόν. Δεν είναι ο  παρατηρητής του κόσμου με τον οποίο συνενώνεται, συμπάσχοντας με την κάθε περιθωριακή ομάδα. Μάς δίνει μια ταραγμένη εικόνα του δικού της ψυχικού κόσμου. Όλα μέσα της αναποδογυρίζουν, γίνονται ένας πολτός. Αρχίζει πλέον να μην αγγίζει την πραγματικότητα αλλά να βιώνει έντονα κλειστοφοβικές καταστάσεις ψυχικής απόγνωσης και αυτές να αποδίδει. Για το συγκεκριμένο λόγο, παύει πια να κυριαρχεί ο ρεαλισμός στο ποιητικό της έργο. Τώρα η ποίησή της εισέρχεται στη σφαίρα της πιο άκαμπτης τραγικότητας, διότι πραγματεύεται το περιθώριο της δικής της οντότητας. Έτσι, ξεκινά, με την επίκληση στην Νύχτα-Ποίηση, η καταβαράθρωση του δικού της προσωπικού είναι έως τον οντολογικό της αφανισμό. 

Η οργή γίνεται πλέον ανάμνηση. Στην ποιητική της από εδώ και στο εξής εισάγεται ένας λυρισμός ήσσονων τόνων που απηχεί τη νεορομαντική διάθεση της ποιητικής Γενιάς του 1920. Δεν είναι τυχαίο που στην ίδια συλλογή θα κάνει ονομαστική αναφορά στον Καρυωτάκη ούτε, επίσης, τυχαίο που η συγκεκριμένη συλλογή αρχίζει με το ποίημα: «Μούσα της νύχτας». Το ποιητικό υποκείμενο με σταθερό φόντο τη νύχτα, περιπλανάται ατέρμονα εσωτερικά «με ταραγμένη ενόραση απ’ το αλκοόλ». Οι σκιές θανάτου έχουν λευκό χρώμα, είναι το χρώμα «των άσπρων ίσκιων πρεζονιών». 

Ο εξωτερικός κόσμος για κείνη βιώνεται πλέον ως μια αχανής απανθρακωμένη έκταση. Ολισθαίνει συνεχώς στα υπόγεια της δικής της ύπαρξης για να επιβεβαιώσει έτσι το μέγιστο βαθμό αποξένωσης όχι μόνο από τον εξωτερικό κόσμο, αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό. Κινείται ποιητικά με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην κατάκτηση του υπαρξιακού μηδενισμού. Αυτό το στοιχείο είναι πλέον το βασικό αναγνωριστικό της ποιητικής της ταυτότητας και όχι η κοινωνική αμφισβήτηση, που διακρίνει την πλειοψηφία των ομοτέχνων της Γενιάς της.

Η μούσα της νύχτας όσο και η μούσα του μεταμεσονυχτίου ανάγονται στον μεγάλο τεχνίτη της ασθενικής μούσας, τον Baudelaire. Ελπίζουμε ότι η ποιητική μούσα της έμπνευσης να γίνει φως της μέρας στη σύγχρονη ποίηση, φωταγωγώντας τους πιο ζοφερούς δρόμους και εκδοχές της ανθρώπινης ύπαρξης. 

Κοσμάς Κοψάρης, Διδάκτωρ Φιλολογίας Π.Ι., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Ελληνικής Φιλολογίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Υποψήφιος Διδάκτωρ Ιταλικής Φιλολογίας Α.Π.Θ., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Ιταλικής Φιλολογίας Α.Π.Θ., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Γαλλικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ, κριτικός λογοτεχνίας, θεάτρου, σημειωτικής του κινηματογράφου. 

 

 

 

Ετικέτες:


Σχολιάστε εδώ

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.


Διαβάστε επίσης

ΑΠΟΨΗ, ΑΡΘΡΑ, ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Κινδυνεύουν τα πουλιά από τις ανεμογεννήτριες ;

24/07/2021, 8:22 πμ

ΑΠΟΨΗ, ΑΡΘΡΑ

GAIACOMM: Τα οφέλη της τοπικής κοινωνίας από τα αιολικά πάρκα μας

17/07/2021, 8:06 πμ

ΑΠΟΨΗ, ΑΡΘΡΑ, ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Κοσμάς Κοψάρης: Στέλιος Θ. Μαφρέδας, Βήμα πριν (Βιβλιοκρισία)

12/07/2021, 11:54 πμ

ΑΠΟΨΗ, ΑΡΘΡΑ, ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας στην Πρέβεζα. Ιστορικά στοιχεία με αφορμή τις εργασίες επισκευής του.

29/06/2021, 4:34 μμ

ΑΠΟΨΗ, ΑΡΘΡΑ, ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Κοσμάς Κοψάρης-Brigitte Bardot: Η περιφρόνηση-Εκδοχές ερμηνευτικής ανάλυσης

24/06/2021, 9:14 πμ


To mypreveza.gr είναι το ενημερωτικό portal για το Νομό Πρέβεζας στο οποίο μπορείτε να δείτε όλες τις τοπικές ειδήσεις, αλλά και νέα από όλη την Ήπειρο, την Ελλάδα και τον κόσμο.

"Η δική σου Πρέβεζα με ένα μόνο κλικ."

Συνεργαζόμενα sites