Τρίτη, 11/12/2018

Είναι Επίκαιρη η Κλασική Μουσική;

Είναι Επίκαιρη η Κλασική Μουσική;
(Μέρος Πρώτο)

Συνηθίζουμε να διερευνούμε το πόσο επίκαιρο είναι ένα προϊόν πολιτισμού. Υπάρχει κάποιος καλός λόγος για αυτό; Ίσως, καθώς είμαστε προγραμματισμένοι να κινούμαστε από το ένστικτο της επιβίωσης, οι άνθρωποι, φιλτράρουμε τα ερεθίσματα στα οποία εκτιθέμεθα, με γνώμονα την χρηστικότητά τους. Υπό αυτό το πρίσμα, η ερώτηση μπορεί να μετουσιωθεί σε: «Είναι η κλασική μουσική χρήσιμη σήμερα;»
Μια τέτοια ερώτηση, η οποία φέρνει στο προσκήνιο της αναζήτησης θέματα χρησιμότητας και οφέλους, καθοδηγεί την λογική σε μια ανθρωπολογική εξέταση της τέχνης. Τούτο πρόκειται για ένα βαθύ φιλοσοφικό ερώτημα με πολλές προεκτάσεις, κυρίως αυτών που αφορούν τον πολιτισμό και το ευ ζην του πολίτη και άρα της πολιτείας. Η ανθρωπολογική μελέτη, δείχνει πως ό,τι επιβιώνει είναι χρήσιμο για μια κοινωνία. Είτε βοηθά στην συνοχή του συνόλου, είτε αποτελεί το τέλειο τεχνολογικά προϊόν αυτής της κοινωνίας, είτε είναι αυτό που φέρνει το μεγαλύτερο κέρδος στο κοινωνικό σύνολο.

Ο θεσμός των συναυλιών, δηλαδή το να συγκεντρωνόμαστε για να παρακολουθήσουμε μια συναυλία, πρόκειται για την έκφραση του πρώτου σκέλους. Δηλαδή βοηθά στην συνοχή του συνόλου. Παρόμοια παραδείγματα, κάποτε ο εκκλησιασμός, ένας γάμος, μια έκθεση τέχνης, ένα παζάρι κλπ. Είναι πολύ απλό να φανταστούμε το πόσες κοινωνικές εκδηλώσεις, στην πραγματικότητα και αρκετά επιφανειακά έχουν να κάνουν με την δια δραστικότητα των πολιτών πρωτίστως και ύστερα με οποιαδήποτε θέματα παιδείας. Και αυτό είναι καθόλου κακό. Απεναντίας, μπορεί να φαντάζει απλοϊκό, όπως το «να πας να σε δούνε και να τους δεις» έχει ένα σημαντικό ρόλο στην ανθρωπολογική εξέλιξη ενός πολιτισμού και είναι στο μέτρο του υγειές. Οπότε, το γεγονός ότι ακόμη η κλασική μουσική απαιτεί τον θεσμό των συναυλιών, σε αυτό το μέρος την κάνει χρήσιμη και άρα επίκαιρη.

Αποτελεί όμως και το «τέλειο τεχνολογικά» επίτευγμα της δυτικής κοινωνίας; Πώς είναι δυνατό μια μουσική με παράδοση 300 τουλάχιστον χρόνων να αποτελεί ακόμη μια τεχνολογική αιχμή; Αυτό είναι ίσως το σπουδαιότερο και το πιο σημαντικό ερώτημα. Επιτρέψτε μου να πω, πως το πλήθος των απαντήσεων σε αυτό το ερώτημα και την τεκμηρίωσης είναι τέτοιο, που η συγγραφή βιβλίων μόνο θα έφτανε για να καλύψει το θέμα. Εκκινώντας από το σύνηθες, τούτο είναι η παιδεία. Με αυτή ανευρίσκουμε τα εργαλεία με τα οποία μπορούμε να μετρήσουμε και να αποφανθούμε για την αποτελεσματικότητα του επιτεύγματος.

Ας δούμε το ζήτημα, εξετάζοντας ένα παράλληλο αντικείμενο, αυτό του βιβλίου, η επικαιρότητα του οποίου αξιολογείται μέσω του εργαλείου της γραφής και της ανάγνωσης.  Και όταν λέμε «βιβλίο» τούτο αφορά έργο με έκταση βιβλίο, είτε πρόκειται για φυσική ή ψηφιακή μορφή. Φανταστείτε κάποιον ο οποίος δε γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, με αποτέλεσμα η μοναδική πηγή πληροφοριών στην οποία μπορεί να έχει πρόσβαση είναι ο άμεσος περίγυρός του και το μόνο μέσον με το οποίο μπορεί να αντλήσει πληροφορίες είναι η ομιλία. Αυτός ο άνθρωπος, όντας αποκομμένος από την παγκόσμια εξωσωματική αποθήκη γνώσης, όπως ονομάζει ο Κάρλ Σαγκάν τις βιβλιοθήκες, αδυνατεί να γίνει καλύτερος στο επάγγελμά του ή να το εκσυγχρονίσει, αδυνατεί να σχηματίσει δική του άποψη για την ιστορία, αδυνατεί να ερευνήσει αντικείμενα τα οποία δε γνωρίζει ήδη ο περίγυρός του, αδυνατεί να φέρει κάτι νέο σε αυτόν τον περίγυρο. Ο κατέχων όμως το εργαλείο της γραφής και της ανάγνωσης μπορεί να ξεκλειδώσει ακόμη και τα εσώτερα νοήματα ενός βιβλίου και τον βιβλίο για αυτόν, οποιοδήποτε βιβλίο, γίνεται σύμμαχος. Είτε πρόκειται για επιστημονικό σύγγραμμά ή εγχειρίδιο , μυθιστόρημα, ποίημα ή, και ασφαλώς ναι, τσελεμεντές. Για να επαυξάνω ακόμη και στην περίπτωση του τσελεμεντέ, θα προτείνω την ιδέα, πως η επικαιρότητα και η χρήση ενός  τέτοιου βιβλίου, συνάδει και αποδεικνύει απόλυτα το πόσο μεγάλη σημασία έχει για την καθημερινότητά μας το βιβλίο και η γνώση της ανάγνωσης και της γραφής. Και αν κάποιος εύλογα αναρωτηθεί, «μα δεν έχουμε και κάτι άλλο για να αντικαταστήσουμε το βιβλίο, είτε φυσικό είτε αναλογικό, ή μήπως έχουμε;» Όταν έχουμε το τελειότερο τεχνολογικό επίτευγμα, ασφαλώς και είναι δύσκολο να φανταστούμε το επόμενο που θα το ξεπεράσει και άρα έχουμε ήδη αποδείξει την τελειότητα (για τώρα) του πρώτου. Στην περίπτωση του βιβλίου και της γραφής και ανάγνωσης, καθώς ο Σαγκάν μας κλείνει το μάτι,  θα είναι το να κάνουμε κατευθείαν download την πληροφορία από ένα υπερυπολογιστή στον εγκέφαλό μας σε μια διστοπία εμπνευσμένη από κάποια ιστορία του Φ.Κ. Ντικ.

Ποια είναι η παράλληλη μεταξύ βιβλίου και έργου της κλασικής μουσικής; Είναι η γραφή και η ανάγνωση θα έλεγα. Ο λόγος για τον οποίο αυτή δεν αποτελεί μια προφανή απάντηση είναι διότι ακόμη είναι άγνωστο στους περισσότερους, πως η μουσική έχει δομή και χρήση όπως και μια ομιλούμενη γλώσσα. Μάλιστα, μουσική και γλώσσα έχουν κοινή ρίζα, εξελικτικά, ανθρωπολογικά και φιλοσοφικά. Η κοινή τους ρίζα είναι ο μαθηματικός λόγος, ή αλλιώς, η αναλογία, η λογική.  Τα σπουδαιότερα έργα της κλασικής μουσικής που παίζονται ακόμη και σήμερα, έχουν να επιδείξουν τέτοια λογική δομή, που σε αυτόν που γνωρίζει πως να διαβάσει μουσική, έχουν τόσο ενδιαφέρον όσο και σε κάποιον που διαβάζει ένα αστυνομικό έργο, το τελευταίο του Νταν Μπράουν, (ή έναν τσελεμεντέ). Για να καταρρίψουμε έναν ακόμη μύθο, εκείνοι που λένε ότι δε μπορούνε να ακούσουν το τάδε σκυλάδικο ή το δείνα «πριόνι», και λεν ότι προτιμούν τον Μπαχ, κατά πάσα πιθανότητα δε σας δουλεύουν. Φανταστείτε να βρίσκεστε σε ένα αμάξι με συνοδηγό κάποιον ο οποίος δε μπορεί να μιλήσει και να αρθρώσει λόγο, τελεί υπό κάποιο νευρικό κλονισμό, και επαναλαμβάνει άναρθρες λέξεις χωρίς παύση. Πόση ώρα θα μπορούσατε να οδηγήσετε έτσι; Επίσης, φανταστείτε πως περνάτε τα σύνορα και στην ξένη χώρα, όπου δε γνωρίζουν την γλώσσα σας, εάν κάποιος από εκεί, ακούγοντας αυτά που λέει ο συνοδηγός σας, θα μπορούσε να υποθέσει πως είναι πράγματι ελληνικά. Έτσι είναι λοιπόν, η κλασική μουσική έχει δομές γλώσσας και χρειάζεται εκπαίδευση και επένδυση για να ακουστεί. Απαιτεί και προσοχή την ώρα που παρακολουθείται. Ευτυχώς, σε ένα πρώτο επίπεδο, δε χρειάζεται να μπορεί να διαβάσει νότες κάποιος, αλλά να μπορεί να προσέξει μελωδίες, ηχοχρώματα, συναισθήματα και άλλα στοιχεία, τα οποία εδράζουν στην ψυχή και το σώμα μας και άρα, τα έχουμε ήδη μέσα μας.

Ακολουθούν μερικές προγραμματικές σημειώσεις για την «ανάγνωση» του έργου REQUIEM για ένα πολεμιστή.

 

«Είμαστε όλοι Πολεμιστές»

Κεντρικοί ήρωες της ιστορίας είναι ο Πολεμιστής και ο Έκτος Άγγελος. Τι εστί όμως Πολεμιστής; Mε τι θα κληθεί ν’ αγωνιστεί και πώς θα περάσει το κατώφλι, αναγεννημένος; Ο Σωτήρης-Νικόλας Κάσσος αναφέρει: «Υπάρχει το κατώφλι και ο φύλακάς του. Για να υπερβεί κάποιος το κατώφλι και τα όριά του θα πρέπει να φορτιστεί με δύναμη. Ας αναλογιστούμε ποιο είναι το κατώφλι αυτό για τον άνθρωπο. Κάθε φορά που περνάμε από την μια συνειδησιακή κατάσταση στην επόμενη, παλιά κομμάτια του εαυτού μας πεθαίνουν, μεταστοιχειώνονται και ανασυντίθενται. Όπως όταν ένα παιδί περνά στην εφηβεία και από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Διεξάγεται σ’ αυτά τα σημεία μια εσωτερική μάχη, η οποία εάν δεν γίνει ή χαθεί, είναι αδύνατη η μετάβαση από το κατώφλι».

Ο Έκτος Άγγελος είναι το πρότυπο, το οποίο θα οδηγήσει τον Πολεμιστή σ’ αυτή την πορεία, δείχνοντας τον δρόμο. Και ο Πολεμιστής ακολουθώντας το παράδειγμα του Αγγέλου, θα καταφέρει να επιτύχει την αναγέννησή του: «Όλοι οι μύθοι, οι συμβολισμοί και η φιλοσοφία, αποκτούν τη μεγαλύτερη αξία, όταν εργάζονται για μια υψηλή ιδέα. Κάθε μέρα, όλοι μας δίνουμε μάχες. Άλλοι μικρές, άλλοι μεγάλες. Οι άνθρωποι δοκιμάζονται και ξεπερνούν τον εαυτό τους. Εκείνη η άνεργη μητέρα που προσπαθεί να εξασφαλίσει στα παιδιά της μια ποιότητα ζωής, εκείνος ο νέος ή η νέα που εργάζεται για να σπουδάσει ή αφήνει τις σπουδές του για να κυνηγήσει ένα όνειρο, εκείνος που οραματίζεται μια καλύτερη κοινωνία, ένα καθαρό περιβάλλον, την ειρηνική συμβίωση των ανθρώπων. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο Πολεμιστής και αυτοί οι άνθρωποι θα γίνουν Άγγελοι ενός καλύτερου αύριο».

 

 

 

 

Δομή έργου

 

 

Το «REQUEIM για έναν Πολεμιστή» χωρίζεται σε πέντε μέρη. Αυτόνομα μα και απόλυτα συμπληρωματικά μεταξύ τους. Είναι τα εξής:
Dies Irae: Ο γνωστός μεσαιωνικός ύμνος δηλώνει συνήθως την επικείμενη καταστροφή. Το πρώτο μέρος του REQUIEM ξεκινά, λοιπόν, με μια μίξη του ύμνου, προ οικονομώντας έτσι τον θάνατο του Πολεμιστή.
Ο Έκτος Άγγελος: Μπαίνουμε στον ουράνιο κόσμο με την πιο ρομαντική εκδοχή της μελωδίας του Πολεμιστή. Αυτή είναι αρχέγονη, βγαλμένη λες από τα βάθη των αιώνων. Παρέχει την απαραίτητη ενέργεια για να φτάσει ο Πολεμιστής εκεί όπου βρίσκεται ο Άγγελος.
Lacrimosa: Προσευχή του Πολεμιστή, καθώς βρίσκεται στο κατώφλι, μεταξύ γήινου και ουράνιου κόσμου.
Death March: Ο Πολεμιστής είναι νεκρός. Το μέρος αυτό μοιάζει με μπάντα που συνοδεύει την νεκρώσιμο ακολουθία.
Catharsis: Ο Πολεμιστής και ο Άγγελος έχουν αλλάξει για πάντα. Πλέον, ο ήρωάς μας γίνεται και αυτός ένας Ήλιος, χαράζοντας μια νέα αυγή για την ανθρωπότητα.

Με τιμή,

Σωτήριος Νικόλας Κάσσος

Συνθέτης

Καλλιτεχνική Διεύθυνση συνόλων Jerax

Εκπρόσωπος της Χορωδίας & Ορχήστρας Νέων Νομού Πρεβέζης

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε εδώ

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Διαβάστε επίσης

ΧΡΗΣΙΜΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ