Τετάρτη, 11/12/2019

ΠΡΕΒΕΖΑ: Πανηγυρική Ομιλία για την Μικρασιατική Καταστροφή

Η παρακάτω ομιλία πραγματοποιήθηκε από τον εκπαιδευτικό κ. Ιωάννη Παπαδόπουλο σήμερα 14/09/2014 στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Χαραλάμπους με πλήθος κόσμου να τιμούν την ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος . Δείτε την πανηγυρική ομιλία:
Δείτε φωτογραφίες από την εκδήλωση 

»Η ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος καθιερώθηκε με ομόφωνη απόφαση της Βουλής των Ελλήνων το 1998 και τιμάται κάθε χρόνο στις 14 Σεπτεμβρίου. Η ημέρα εθνικής μνήμης σκοπό έχει να υπενθυμίσει τα δραματικά γεγονότα των διωγμών, της γενοκτονίας και του ξεριζωμού των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
Πώς μπορούνε τα λόγια, ήχοι ανήμποροι, να περιγράψουν ένα τέτοιο γεγονός σαν αυτό που θρηνούμε σήμερα; πώς μπορούν οι λέξεις να μπούνε στο πετσί της προσφυγιάς, του ξεριζωμού, του θανάτου, της καταστροφής; Ποιες λέξεις θα ιστορήσουνε τον θρήνο για όσους αγαπημένους έχουν χαθεί τόσο τραγικά; για τα παιδιά που σφάχτηκαν στον κόρφο της μάνας, για τις θυγατέρες που ατιμάστηκαν, για τους συζύγους, τους αδελφούς και τους πατεράδες που έσβησαν στα στρατόπεδα εργασίας (αμελέ ταμπουρού); Πώς να μιλήσει κανείς για τον πικρό νοσταλγικό πόθο εκατομμυρίων ανθρώπων για τις χαμένες πια πατρίδες τους; Αυτήν την ώρα, είναι πασιφανής η αδυναμία του λόγου να ορίσει την ουσία των γεγονότων και των συναισθημάτων. Όμως ακόμα κι έτσι, πρέπει να μιλήσουμε για όλα αυτά που αν και συνέβησαν πριν από 92 ακριβώς χρόνια, ο απόηχος και οι συνέπειές τους εξακολουθούν και σήμερα να στοιχειώνουν την ζωή μας.
Νομίζω ότι είναι πρέπον να αρχίσω αυτόν τον θρηνητικό πανηγυρικό με τα λόγια του γνωστού πεζογράφου και αγιογράφου Φώτη Κόντογλου από τις Κυδωνιές, ενός από τους πνευματικούς πατέρες της σύγχρονης Ελλάδας, του ανθρώπου που ύμνησε με την πένα του την Ανατολή και με το πινέλο του τη βυζαντινή ορθόδοξη αγιογραφία. Ήταν αυτός που μπόλιασε την νεοελληνική σκέψη και κουλτούρα με την πνευματική ευωδιά των ιωνικών παραλίων.
«Εμένα το γραφτό μου ήτανε να γεννηθώ στην Ανατολή, αλλά η ρόδα της Τύχης, που γυρίζει ολοένα, ξερίζωσε από τα θεμέλια τον τόπο μου και μ’ έριξε στην ξενιτιά, σ’ ανθρώπους που μιλούσανε την ίδια γλώσσα με μένα, πλην όμως που έχουνε άλλα συνήθεια. Το πουλί το θαλασσοδαρμένο, πώς βρίσκει έναν βράχο μέσα στο πέλαγο και κάθεται και στεγνώνει τα φτερά του, έτσι βρίσκουμαι κι εγώ σε τούτα τα χώματα «
Ξενιτιά λοιπόν η Ελλάδα μας για τον Κόντογλου, αλλά και για εκατοντάδες χιλιάδων Μικρασιατών που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα άγια χώματά τους. Ξενιτιά πιο αφόρητη από όλες τις ξενιτιές του κόσμου, γιατί το χειρότερο είναι να είσαι ξένος ανάμεσα σε ομοεθνείς, σε ανθρώπους που κανονικά περίμενες να σε θεωρούν αδελφό τους. Και αυτοί όχι μόνο δεν το κάνουν, όχι μόνο δεν συμπάσχουν στοιχειωδώς μαζί τους, όπως θα έπρεπε να συμπάσχουν με κάθε άνθρωπο που βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση, αλλά αντίθετα τους θεωρούν απόβλητους, ξένο σώμα στην «δική τους» κοινωνία. Θέλουν τους ξεφορτωθούν, να τους στείλουν παραπέρα, και αν τους δέχονταν κοντά τους, ήταν για να τους εκμεταλλευτούν. Είναι μήπως τυχαίο που και ένας άλλος μεγάλος νεοέλληνας λογοτέχνης, ο Νίκος Καζαντζάκης την ίδια περίοδο μπαίνει στο μεδούλι του προσφυγικού δράματος, γράφοντας το βιβλίο-κατηγορητήριο «ο Χριστός ξανασταυρώνεται»;
Είναι πικρή αυτή η αλήθεια, γιατί είναι ντροπή και όνειδος για όλη την πατρίδα μας, ακόμα και το ένα μεμονωμένο κρούσμα αδελφοφοβίας Δυστυχώς τέτοια κρούσματα υπήρξαν κάμποσα. Πολλές φορές τα χρόνια εκείνα ο Χριστός μας ξανασταυρώθηκε στο πρόσωπο των αδελφών του, των Ιώνων προσφύγων. Χαρακτηριστική είναι η στάση του ίδιου του ελληνικού κράτους, στο οποίο έλειπε μια ολοκληρωμένη εθνική συνείδηση απέναντι στους πρόσφυγες που μέχρι και τις μέρες της σφαγής τους, τους θεωρούσε παρείσακτους, απαγορεύοντάς τους το πέρασμα στην ασφάλεια των νησιών που ήταν κοντά στα μικρασιατικά παράλια. 
Σκόπιμο είναι την στιγμή αυτή, σχεδόν εννιά δεκαετίες μετά, εμείς η τρίτη γενιά, να αποστασιοποιηθούμε συναισθηματικά, όσο αυτό είναι ανθρωπίνως μπορετό από τα γεγονότα και από τις διηγήσεις με τις οποίες από μωρά παιδιά μεγαλώσαμε, διηγήσεις όσων γλίτωσαν από την κεμαλική κόλαση, που κάνανε και τις πέτρες να κλαίνε. Να πάρουμε αποστάσεις, όχι για να ξεχάσουμε, αλλά για να μπορέσουμε με σύνεση και νηφαλιότητα να δούμε την εποχή εκείνη, τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους και να αντλήσουμε διδάγματα για το σήμερα. Αυτό είναι ίσως ό,τι σημαντικότερο έχουμε να κάνουμε τιμώντας την μνήμη όσων χάθηκαν.
Βέβαια, η συναισθηματική αποστασιοποίηση από όσα διαδραματίστηκαν τις μαύρες εκείνες ημέρες είναι ανθρωπίνως δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Σταματάει ο νους κάθε εχέφρονος ανθρώπου αν αναλογιστεί τις κτηνωδίες που διαπράχθηκαν σε βάρος των ρωμιών της Μικράς Ασίας. Απορεί πως είναι δυνατό κάποια ανθρωπόμορφα κτήνη να συνέλαβαν με το νοσηρό μυαλό τους και να εξετέλεσαν τέτοιας πρωτοφανούς βαρβαρότητας πράξεις, μοναδικές στην ιστορία της ανθρωπότητας. 
Οι διηγήσεις όσων επέζησαν από την κεμαλική θηριωδία δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο. Δεν υπάρχει ανοσιούργημα που να μην διαπράχθηκε με θύματα τους δύστυχους Ρωμιούς. Ακόμα και σήμερα 92 χρόνια μετά, ραγίζει η καρδιά όποιου τις διαβάζει. Ο χρόνος στην περίπτωση αυτή αποδεικνύεται ανεπαρκής γιατρός, σε τέτοιες πληγές που δύσκολα κλείνουν. 
Άνθρωποι κατασφαγιάσθηκαν κτηνωδώς, νήπια δολοφονήθηκαν μαζικά, γυναίκες ατιμάσθηκαν μπροστά στους οικείους τους, οικογένειες ξεκληρίστηκαν, αξιοπρέπειες τσαλακώθηκαν, ιερά βεβηλώθηκαν, περιουσίες αρπάχθηκαν, περιοχές ολόκληρες ερήμωσαν.
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να τα δούμε όσο γίνεται ψυχρά κάποια γεγονότα και να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα.
Το 1922 είναι η χειρότερη χρονιά για τον ελληνισμό, σε όλη την ιστορική του διαδρομή, δηλαδή περίπου τις τρεις τελευταίες χιλιετίες. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα μένει απορημένος για το πώς άρκεσε μόνο μια χρονιά για να χαθεί ό,τι κατακτήθηκε στην ομηρική εποχή, ό,τι οικοδομήθηκε στα κλασσικά χρόνια, ό,τι καταξιώθηκε στα ελληνιστικά, ό,τι αγιάστηκε κατά τους πρώτους αιώνες της εκκλησίας και ό,τι πεισματικά με νύχια και με δόντια κρατήθηκε μετέπειτα από τον Διγενή και τους άλλους ακρίτες.
Η μικρασιατική καταστροφή δεν μπορεί να θεωρείται γεγονός μεμονωμένο. Είναι μέρος, ίσως το τραγικότερο, μιας γενικότερης ιστορικής περιόδου κατά τον 20ο αιώνα, της εκ βάθρων αποξήλωσης του ελληνισμού από τα μέρη της ανατολής, από έναν χώρο δηλαδή όπου αναδείχθηκε και μεγαλούργησε. Δεν πρέπει να την δούμε ξεκομμένα από την κτηνώδη γενοκτονία των ποντίων που προηγήθηκε, και αργότερα από τον βίαιο αφελληνισμό της Κωνσταντινούπολης κατά τις δεκαετίες του ’50 και ’60, από τους μεθοδευμένους διωγμούς στην Ίμβρο και την Τένεδο και για να έρθουμε και στις μέρες μας, από τον προσεκτικά μεθοδευμένο εκτουρκισμό της μαρτυρικής μεγαλονήσου, της Κύπρου. 
Η κεμαλική ιδεολογία σε όλες αυτές τις περιπτώσεις φάνηκε σε όλο της το μεγαλείο. Στο νεοτουρκικό κράτος, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις για ισότητα, ουσιαστικά είχε αρθεί η οθωμανική ανοχή στις διάφορες εθνότητες. Ο καθένας όφειλε, ή να είναι τούρκος, ή να πεθάνει. Νοσηρή ιδεολογία που πληρώθηκε με αίμα εκατομμυρίων Αρμενίων και Ελλήνων, που ιστορικώς τεκμηριωμένα έδωσε ιδεολογική τροφή στην σύλληψη της «τελικής λύσης των Ναζί για το εβραϊκό ζήτημα» και που στις μέρες μας ακόμα αποτελεί σημαία του τουρκικού κράτους. Όταν λοιπόν οι εκάστοτε πρωθυπουργοί μας και υπουργοί των εξωτερικών κομπάζουν για την «προσέγγιση» και την «λυκοφιλία» που επιτύχαμε με τους γείτονές μας, να έχουμε πάντα κατά νου ότι μιλάμε για έναν λαό που αν και οι τόσοι αιώνες συνύπαρξής, μας έχουν δέσει σε μια κοινή πορεία στο γεωπολιτικό γίγνεσθαι, ωστόσο είναι ιδιαίτερα επιρρεπής στην ακραία εθνικιστική δημαγωγία των αρχόντων του, που τάχιστα μπορεί να τον μεταμορφώσει σε αιμοχαρή όχλο. Λοιπόν, η πολυθρύλητη ελληνοτουρκική φιλία μπορεί να είναι παραπάνω από επιθυμητή, αλλά η επανάπαυσή μας σ’ αυτήν συνιστά ασυγχώρητη αφέλεια.
Η μικρασιατική εκστρατεία και η καταστροφή που την ακολούθησε δεν ήταν απλά και μόνο μια ελληνοτουρκική υπόθεση, αλλά εντάχθηκε στον γενικότερο σχεδιασμό της εποχής από τους κρατούντες στην τότε παγκόσμια τάξη πραγμάτων.
Η πατρίδα μας άδραξε τη μοναδική ευκαιρία που της δίνονταν για να επεκταθεί στον τόσο ζωτικό γι’ αυτήν χώρο της Μικράς Ασίας, χώρο που αν και υπό τουρκική κυριαρχία δεν έπαψε να αποτελεί το πνευματικό επίκεντρο του λαού μας.
Έπαιξε όμως δίχως σύνεση στον διεθνή στίβο και έχασε. Η πολιτική που άσκησε στην κρίσιμη τριετία από την απόβαση στην Σμύρνη, υπήρξε επιεικώς ανεδαφική και οι επιλογές των κυβερνήσεων ασυγχώρητα κοντόφθαλμες.
Δεν μπόρεσε η ελληνική εξωτερική πολιτική να σταθμίσει την πραγματική θέση και τον ρόλο της Ελλάδας στο διεθνές γίγνεσθαι και αυτό το πληρώσαμε ακριβά. Η παραγνώριση των διαπλεκόμενων διεθνών συμφερόντων στην περιοχή και η έλλειψη μιας μακρόπνοης, ευέλικτης και ευφυούς διπλωματίας που θα εξασφάλιζε τα δικά μας συμφέροντα αποφεύγοντας τις άσκοπες διεθνείς προστριβές, αποδείχθηκαν μοιραίες παραλείψεις.
Είναι βέβαια γνωστός ο ρόλος και η ατιμία των μεγάλων δυνάμεων στην υπόθεση της Μικράς Ασίας. Η ιστορική μνήμη δεν θα συγχωρήσει ποτέ αυτούς που παρακολουθούσαν απαθείς την σφαγή στην παραλία της Σμύρνης, δίχως να προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια στα δύστυχα θύματα και πολύ περισσότερο αυτούς που πετούσαν πίσω στην θάλασσα όσους κατέφευγαν εκεί ικέτες για να σωθούν. Δεν θα συγχωρήσει όμως και κάποιους «συνωστισμένους» πνευματικά νεοέλληνες, δήθεν προοδευτικούς ιστορικούς και πολιτικούς, που υποστηρίζουν ότι απλά υπήρξε συνωστισμός στην προκυμαία της Σμύρνης. Τέτοιες προσεγγίσεις αποτελούν απλά κατάπτυστες ομολογίες.  
Καταστροφική αποδείχθηκε επίσης η νοοτροπία που καλλιεργήθηκε στην κοινή γνώμη για παύση του πολέμου, για να γυρίσουν οι φαντάροι μας πίσω, και τα λοιπά γνωστά. Δεν λείπανε οι κουβέντες όπως » τι θέλει ο στρατός μας στην Τουρκία ;» Πουθενά ο εθνικός ενθουσιασμός για την ελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών. Πουθενά η παλλαϊκή συστράτευση για τον κοινό σκοπό της επέκτασης της μητέρας πατρίδας στην Μικρά Ασία. Οι ευθύνες της τότε παλιάς Ελλάδας σχετικά με αυτό το ζήτημα είναι τεράστιες.
Η διχόνοια που επικρατούσε και το χάος στο οποίο είχε περιπέσει η ελληνική πολιτική ζωή ήταν αυτά που τελικά κατά πολλούς δώσανε την νίκη στον Μουσταφά Ριζά, γνωστό κατά κόσμο ως Κεμάλ Ατατούρκ. Δεν θα ήταν υπερβολή αν αναφέρονταν ότι η Ελλάδα έκανε τα πάντα για να ηττηθεί. 
Αλγεινή εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι στις κρίσιμες στιγμές της εθνικής δοκιμασίας πολλοί στην Ελλάδα προέτασσαν το κομματικό ή μικροπολιτικό συμφέρον έναντι του εθνικού. Άλλοι τάσσονταν σύμμαχοι στο πλευρό της Γερμανίας, υπηρετώντας βασιλικές οικογενειοκρατίες, άλλοι βασίζονταν στις βρετανικές φλύαρες αοριστίες και άλλοι πάλι, νεοφώτιστοι, εγκολπώνονταν τα τότε σοβιετικά ιδεώδη, διακηρύσσοντας, εν ώρα εμπόλεμης κρίσεως μάλιστα, το άδικο της δικής μας μικρασιατικής εκστρατείας ενάντια στο δικαίωμα του αδελφού τουρκικού λαού για αυτοδιάθεση. Αυτό ειδικά το τελευταίο θα συνιστούσε εσχάτη προδοσία, αν δεν επρόκειτο απλά για μια φρικώδη ανοησία.
Και μιλώντας για εσχάτη προδοσία, είναι πολύ χαρακτηριστική και ενδεικτική του ασυγχώρητου κλίματος που επικρατούσε ακόμα και στις τάξεις του εκστρατευτικού σώματος η επιστολή του πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος είχε τοποθετηθεί στην ηγεσία μιας από τις σπουδαιότερες μονάδες του πυροβολικού: 
» Ο κόσμος εδώ γενικώς είναι απαίσιος. Επικρατεί βενιζελισμός ογκώδης…. Θα άξιζε πράγματι να παραδώσουμε τη Σμύρνη στον Κεμάλ για να τους πετσοκόψει όλους αυτούς τους αχρείους…Πότε Θεέ μου, θα γλιτώσω από αυτήν την κόλαση εδώ;»
Δεν χρειάζεται πιστεύω κανένα σχόλιο. Όταν στο στράτευμα επικρατεί τέτοιο ηθικό, όταν η ανώτατη διοίκησή του διαθέτει περγαμηνές ανικανότητας και όταν η διοικητική μέριμνα λείπει παντελώς, τότε η ήττα είναι περισσότερο από εγγυημένη.
Αυτά όλα μας φαντάζουν απόμακρα και απαράδεκτα για την δική μας σύγχρονη λογική. Όμως η δική μας γενιά είναι ανάγκη να αναλάβει τις δικές της ευθύνες ασκώντας συνεχώς τον αυτοέλεγχο και την αυτοκριτική της για το κατά πόσο οι επιλογές της σε τόσο καίρια θέματα υπηρετούν ξεκάθαρα τα εθνικά συμφέροντα ή υποτάσσονται σε σκοπιμότητες κομματικές, συντεχνιακές ή και προσωπικές. Η ιστορία μας διδάσκει ότι οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Οφείλουμε να επαγρυπνούμε ενωμένοι. Ο κομματισμός, ο «ημετερισμός» και ο,τιδήποτε άλλο προτάσσεται του εθνικού συμφέροντος συνιστούν εθνική προδοσία και σήμερα ακόμα που η μπόρα έχει φαινομενικά καταλαγιάσει. 
Αν δεν πονέσουμε εμείς οι ίδιοι την πατρίδα μας, ας μην περιμένουμε να την πονέσει κανένας άλλος.
Μετά το 1922 η Ελλάδα μας κυριολεκτικά μεταμορφώθηκε. Βέβαια ήταν πια μια «μικρή πλην έντιμος» όπως ανόητα διακήρυσσαν κάποιοι πολιτικοί της εποχής. Από την άλλη όμως το 1,5 εκατομμύριο περίπου των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην νέα τους πατρίδα, εξαθλιωμένοι στην αρχή, προοδεύοντες όμως στην συνέχεια, άλλαξαν το σκηνικό της χώρας μας. Νέο αίμα, αίμα συγγενικό και αδελφικό ήρθε να συνταχθεί στην προσπάθεια για επιβίωση και ανάδειξη της πατρίδας μας. Μπόλιασε την πληγωμένη πατρίδα μας με τον πολιτισμό της Ιωνίας, διασώζοντας πολλά στοιχεία από το ένδοξο παρελθόν της Ρωμιοσύνης, που είχαν ξεχαστεί στην «παλιά Ελλάδα». Τι να πρωτοαναφέρει κανείς; Την οξυδέρκεια, την κοινωνικότητα, την εργατικότητα, τον κοσμοπολιτισμό, την έφεση στις τέχνες στο εμπόριο και τις επιστήμες, την επιχειρηματικότητα και την άλλη αντίληψη για ποιότητα ζωής που φέρανε μαζί τους από την ευλογημένη ιωνική γη και που έδωσαν μια νέα αναζωογονητική ώθηση στο πληγωμένο και παραπαίον ελληνικό κράτος.
Η προσαρμογή στην νέα πραγματικότητα δεν υπήρξε πάντα δίχως προβλήματα. Όπως προαναφέρθηκε, τα πρώτα χρόνια τουλάχιστο η αίσθηση της ξενιτιάς υπήρξε διάχυτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί ξεριζωμένοι δήλωναν για χρόνια προσωρινά διαμένοντες στην Ελλάδα και ως μόνιμη την κατοικία που άφησαν στις χαμένες πατρίδες τους. Οι δυσκολίες πολλές. Οι συνθήκες διαβίωσης συχνά άθλιες, καθώς η περιβόητη «ανταλλάξιμη περιουσία», την οποία δικαιούντο βάσει διεθνών συνθηκών, στο μεγαλύτερο μέρος της καταφαγώθηκε από τα κοράκια του κρατικού μηχανισμού. Όμως το προσφυγικό στοιχείο στην Ελλάδα αποδείχθηκε ανώτερο των περιστάσεων και των δυσχερειών και ρίζωσε και ευδοκίμησε. 
Ωστόσο, όλες αυτές οι παράπλευρες ευεργετικές συνέπειες της καταστροφής των καταστροφών τίποτε δεν αφαιρούν από την τραγικότητά της. Η εικόνα της Σμύρνης που καίγεται, η θλιβερότερη εικόνα σε όλη την ελληνική ιστορία, θα συνεχίζει να υγραίνει τα μάτια μας και να στοιχειώνει τις καρδιές και τα όνειρα όλων μας.
Χάθηκαν λοιπόν όλα; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Ο ποιητής, πιστός στη δύναμη του έθνους για αναγέννηση λέει ότι την Ρωμιοσύνη δεν πρέπει να την κλαίμε, ή τουλάχιστο, αν πρέπει να κλάψουμε για τις συμφορές που πέρασαν, άλλο τόσο πρέπει, ως χρέος ιερό στις χιλιάδες των νεκρών εθνομαρτύρων, να είμαστε σε εγρήγορση για τις προκλήσεις που ανοίγονται διάπλατα μπροστά μας. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ρωμιοσύνη είναι κυρίως όχι ένας τόπος, αλλά ένας τρόπος ζωής. Είμαστε ένας λαός της μνήμης, αλλά και ένας λαός που δεν μας ταιριάζει να είμαστε μικροί και ασήμαντοι. Δεν μπορούμε να υπάρξουμε δίχως μια Μεγάλη Ιδέα και δίχως διαχρονική ιστορική συνείδηση. 
Το νέο ρευστό σκηνικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της παγκοσμιοποιημένης διεθνούς πραγματικότητας προσφέρει το ιδανικό έδαφος γα την καλλιέργεια και την ευδοκίμηση της Νέας Μεγάλης Ιδέας. Ιδέας προσφοράς, ανανέωσης και πρότασης ζωής στον σύγχρονο κόσμο. Και αν θέλουμε να ονομαζόμαστε γένος ιστορικό και σπουδαίο, τότε ας αναζητήσουμε και ας χτίσουμε την Μεγάλη αυτή Ιδέα κοντά στις ρίζες μας και την χριστιανική μας πίστη.  Αυτά θα μας κρατήσουν ζωντανούς στους αιώνες που έρχονται.
ΑΛΥΤΡΩΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΔΕΝ ΣΑΣ ΞΕΧΝΑΜΕ!»
Με εκτίμηση, 
Γιάννης Παπαδόπουλος, εκπαιδευτικός

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε εδώ

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Διαβάστε επίσης

ΧΡΗΣΙΜΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ