Τρίτη, 25/06/2019

ΠΡΕΒΕΖΑ: Mια εξαιρετική ευκαιρία για το κοινό να επανακτήσει τη ζωντανή του σχέση με αυτά τα σπουδαία μνημεία.

H συνεργασία του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ με το ΔΙΑΖΩΜΑ και τις κατά τόπους Εφορείες
Αρχαιοτήτων για την πραγματοποίηση αυτής της παράστασης, υπηρετεί την ιδέα της επανα-
λειτουργίας αρχαίων θεάτρων, διάσπαρτων σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για το κοινό να επανακτήσει τη ζωντανή του σχέση με αυτά τα σπουδαία
μνημεία μέσα από τη βιωματική εμπειρία της συγκίνησης που μπορεί να προσφέρει η θεατρική τέχνη.
Παράλληλα, έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι θα ακουστεί ο λόγος του Διονυσίου σολωμού
στους ίδιους χώρους όπου ακούστηκε και ο λόγος του Αισχύλου, στη δραματουργία του οποίου
εθήτευσε πιστά ο εθνικός μας ποιητής.
με το έργο αυτό ο σολωμός αφήνει το φως και ανιχνεύει το σκοτάδι.
Αν και μικρό σε έκταση –δέκα μικρά κεφάλαια–, είναι ο αντίποδας που στηρίζει όλο το άλλο του
έργο, αντισταθμίζοντας το βάρος και την έκταση της αναζήτησής του.
Δανείζεται, λοιπόν, το προσωπείο του Αγίου Διονυσίου –o oποίος έζησε ως ιερομόναχος έως τα
172 του χρόνια σ’ ένα μοναστήρι της Ζακύνθου–, για να κοιτάξει στα μάτια το κακό. Το γεγονός πως
μπορεί να δει μέσα από τα μάτια ενός Άλλου, τον απελευθερώνει και τον μεταφέρει, σαν πνεύμα, εκεί
όπου μπορεί να βλέπει την τυφλή και ακατανόητη δύναμη του κακού, χωρίς να το φοβάται.
Αυτή ακριβώς η έλλειψη φόβου είναι που τον θωρακίζει και του δίνει το έλλογο στοιχείο και τον
έλεγχο, ώστε το θεωρούμενο ως υποστασιοποιημένο κακό –η γυναίκα της Ζάκυθος εδώ– να καταρ-
ρεύσει αδύναμο και αξιολύπητο μπροστά του.
Η έννοια του κακού θα υπερεκτιμάτο, και θα αδρανοποιούσε τον ίδιο, μόνο εάν το υποτιμούσε περι-
φρονώντας το, ή αν απέστρεφε το βλέμμα του από αυτό φοβισμένος, με αποτέλεσμα να παραλύσει,
και να εκλείψει η κυριαρχία του λόγου.
Το κακό εδώ δεν είναι οι Τούρκοι, δεν είναι οι απέναντι, δεν είναι ο προφανής εχθρός. Το κακό είναι
ανάμεσά μας. Εμείς οι ίδιοι γινόμαστε οι φορείς του κακού, από τον φόβο ή από την άγνοια του
αντικειμένου.
ο σολωμός σχεδίασε και άρχισε να γράφει το έργο το 1826 στη Ζάκυνθο, βλέποντας με συναισθήματα
πόνου και απέραντης συμπάθειας τις προσφυγοπούλες, γυναίκες από το πολιορκημένο μεσολόγγι –
που επαιτούσαν ζητώντας τρόφιμα και χρήματα για τους έγκλειστους άνδρες τους–, να αντιμετωπίζουν
κατάμουτρα τη λεκτική βία, την προσβολή και την ταπείνωση από μια δύσμορφη, εξαθλιωμένη γυναίκα.
Το έργο, αν και έχει την επίφαση ενός οραματικού οίστρου, είναι απόλυτα ρεαλιστικό, γιατί ανιχνεύει
τις αιτίες της κακοδαιμονίας και της διχόνοιας σαν ζητήματα βαθιάς άγνοιας και αδυναμίας πρωτίστως
ημών των ιδίων, των παρατηρητών, των φερομένων ως υποκειμένων του ορθού λόγου. Κάθε παραίτησή
μας μπροστά σε κάτι παράλογο και άδικο γίνεται αυτόματα προσχώρηση στο αντίθετο στρατόπεδο,
του παραλογισμού και του χάους, που εμπεριέχει το απρόβλεπτο, το οδυνηρό, το κακό.
Η εκδοχή μας, μέσα από τη φωνητική αναπαράσταση του λόγου του ποιητή, που νοηματοδοτεί κάθε
φράση, επιζητεί να ανασύρει και να ζωντανέψει όλες τις πτυχές που κρύβονται σ’ αυτό το έργο.
Έργο, που δεν παύει να μας γοητεύει και να μας αφορά, σαν μια σημαντική κατάθεση ενός αγνού
και μεγάλου στοχαστή, ενεργοποιώντας τη σκέψη μας επάνω σε θεμελιώδη ζητήματα της πραγματι-
κότητας και της πραγματικής μας ταυτότητας
ΔΗΜΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε εδώ

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Διαβάστε επίσης

ΧΡΗΣΙΜΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ